διαμαρτύρομαι

διαμαρτύρομαι [ῡ], [tense] aor. 1 -μαρτῡράμην: [tense] pf. -μεμαρτύρημαι [ῠ], Dep.:—abs.,
A call gods and men to witness, protest solemnly, esp. in case of falsehood or wrong,

βοᾶν καὶ δ. D.18.23

,143; δ. μή . ., c. inf., Id.33.20; δ. ὅπως μή . ., c. [tense] fut., Id.42.28; δ. τινὶ μὴ ποιεῖν protest against his doing, Aeschin.2.89: c. inf., Plb.1.33.5,al.; call to witness,

ὑμῖν τὸν οὐρανόν LXXJu.7.28

.
2 generally, protest, asseverate, Pl.Phd.101a, etc., PSI4.422(iii B.C.): c. acc., bear witness to,

τὸ εὐαγγέλιον Act.Ap.20.24

; testify, LXXDe.32.46, al.; τῇ Ἱερουσαλὴμ τὰς ἀνομίας αὐτῆς ib.Ez.16.2.
3 abs., beg earnestly of one, conjure him, X.Cyr.7.1.9;

δ. καὶ παρακαλεῖν Act.Ap.2.40

; δ. τινὰ ἵνα . . 1 Ep.Ti.5.21.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμαρτύρομαι — διαμαρτύρομαι, διαμαρτυρήθηκα βλ. πίν. 151 Σημειώσεις: διαμαρτύρομαι : δες σημείωση για διαμαρτυρούμαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαμαρτύρομαι — διαμαρτύ̱ρομαι , διαμαρτύρομαι call gods and men to witness aor subj mp 1st sg (epic) διαμαρτύ̱ρομαι , διαμαρτύρομαι call gods and men to witness pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτύρομαι — (AM διαμαρτύρομαι) [μαρτύρομαι] 1. διατυπώνω προφορική ή γραπτή ένσταση για λόγια ή πράξεις άλλου ή άλλων, που, κατά τη γνώμη μου, με ζημίωσαν ηθικά ή υλικά 2. εξανίσταμαι, εξεγείρομαι, ξεσπώ σε διαμαρτυρίες αρχ. 1. επικαλούμαι ως μάρτυρες θεούς… …   Dictionary of Greek

  • διαμαρτύρομαι — [дьямартиромэ] р. протестовать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαμαρτύρομαι — διαμαρτυρήθηκα, εκφράζω έντονα την αντίθεσή μου, την αποδοκιμασία μου, για αδικία που μου γίνεται: Διαμαρτυρήθηκα έντονα για την καθυστέρηση της αμοιβής μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαμαρτυρεῖ — διαμαρτύρομαι call gods and men to witness aor subj mp 3rd sg (epic) διαμαρτῠρεῖ , διαμαρτύρομαι call gods and men to witness fut ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) διαμαρτυρέω use a pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) διαμαρτυρέω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτυρῇ — διαμαρτύρομαι call gods and men to witness aor subj mp 3rd sg διαμαρτῠρῇ , διαμαρτύρομαι call gods and men to witness fut ind mp 2nd sg διαμαρτυρέω use a pres subj mp 2nd sg διαμαρτυρέω use a pres ind mp 2nd sg διαμαρτυρέω use a pres subj act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτυρεῖς — διαμαρτύρομαι call gods and men to witness aor subj mp 2nd sg (epic) διαμαρτυρέω use a pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) διαμαρτυρέω use a pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτυρησομένους — διαμαρτύρομαι call gods and men to witness fut part mp masc acc pl διαμαρτυρέω use a fut part mid masc acc pl διαμαρτυρέω use a fut part mid masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτυροῦσι — διαμαρτύρομαι call gods and men to witness aor subj mp 3rd pl (epic) διαμαρτυρέω use a pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) διαμαρτυρέω use a pres ind act 3rd pl (attic epic doric) διαμαρτυρέω use a pres part act masc/neut dat pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεμαρτύρησαν — διαμαρτύρομαι call gods and men to witness aor ind mp 3rd pl διαμαρτυρέω use a aor ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.